archonmaritime2 arcadia gac17

latscologo 

ΝΑΥΤΙΛΙΑ

Εκτύπωση

Έκθεση ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 2021 Ο αντίκτυπος της πανδημίας στις επιχειρήσεις: «Η Ελλάδα σήμερα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην ΕΕ και η τέταρτη πιο υπερχρεωμένη χώρα στον πλανήτη»

22 Νοεμβρίου 2021.

boulisimaia21Παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση στο αμφιθέατρο της ΓΣΕΒΕΕ η Ετήσια Έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με θέμα «Ο αντίκτυπος της πανδημίας στις επιχειρήσεις».

 

 

Βασικά σημεία της ετήσιας 'Έκθεσης 

 

Η ελληνική οικονομία μετά από μία σύντομη πορεία ισχνής ανάκαμψης ξαναμπήκε σε έντονη ύφεση το 2020 η οποία ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ μετά της Ισπανίας.

Η ύφεση κορυφώθηκε στο 2ο τρίμηνο του 2020 μετά το κλείσιμο της εστίασης και του λιανεμπορίου και συνεχίστηκε σε υψηλά επίπεδα λόγω της απώλειας εθνικού εισοδήματος από τον τουρισμό.

Οι καταναλωτικές δαπάνες ήταν η συνιστώσα του ΑΕΠ που επλήγη περισσότερο σημειώνοντας μείωση κατά 6,37%

Οι καθαρές επενδύσεις που αναδείχθηκαν ως ο μεγάλος ασθενής κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης συνέχισαν για δέκατο συνεχόμενο χρόνο να κυμαίνονται σε αρνητικό πρόσημο. Η επανέναρξη της κατασκευαστικής δραστηριότητας την τελευταία τριετία συγκρατεί την οικονομία από ακόμα μεγαλύτερη αποεπένδυση.

Η ανεργία το 2020 στην Ελλάδα ανήλθε στο 16,3% συνεχίζοντας την πορεία αποκλιμάκωσης της, εν τούτοις, η Ελλάδα σήμερα είναι η χώρα με την υψηλότερη ανεργία στην ΕΕ. Καταλυτικό ρόλο για τη συγκράτηση της ανεργίας έπαιξε η σύνδεση των μέτρων στήριξης με τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, μετά από μία σύντομη πορεία ισοσκελισμού σημείωσε σημαντική επιδείνωση λόγω της απώλειας εθνικού εισοδήματος από τον τουρισμό.

Η αύξηση των ρευστών καταθέσεων συνεχίστηκε εντονότερα μέσα στο 2020. Εντούτοις παρατηρείται μία συστηματική μείωση των μακροπρόθεσμων καταθέσεων, κυρίως ως αποτέλεσμα των μηδενικών επιτοκίων που προωθεί η ΕΚΤ τα τελευταία χρόνια.

Η αύξηση της χρηματοδότησης το 2020 οφείλεται καθαρά στο γεγονός ότι τα μέτρα στήριξης πέρασαν μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εξακολουθεί να είναι κορυφαίο πρόβλημα ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις καθώς η πιστωτική επέκταση των τελευταίων ετών παραμένει αρνητική

Τον αποπληθωρισμό της τάξης του -1,2% που σημειώθηκε το 2020 διαδέχθηκε έντονος πληθωρισμός από το 2 ο τρίμηνο του 2021. Ο πληθωρισμός αυτός δημιουργείται τόσο από τη διακοπή των εφοδιαστικών αλυσίδων κατά τη διάρκεια της πανδημίας όσο και από την αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Το 2020 υπήρξε δημοσιονομικός εκτροχιασμός με το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης να φτάνει στο 9,73%. Η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η μείωση του ΑΕΠ οδήγησε στην εκτόξευση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο 205,6% το 2020.

Τα μέτρα αναγκαστικού κλεισίματος επιχειρήσεων δημιούργησαν ένα νέο διαχωρισμό στις ελληνικές επιχειρήσεις μεταξύ όσων προϋποθέτουν ανθρώπινη επαφή κι όσων δεν προϋποθέτουν.

Συγκρίνοντας το 2019 με το 2021, στη βάση όσων στοιχείων υπάρχουν διαθέσιμα μέχρι τώρα για το 2021, ο κανόνας θέλει το 2021 να είναι καλύτερο από το 2020 αλλά χειρότερο από το 2019.

Υπάρχουν ωστόσο δύο εξαιρέσεις. Πρώτον, κλάδοι που τα πήγαν καλύτερα και από το 2019 και από το 2020, όπως το εμπόριο και δεύτερο, κλάδοι που τα πήγαν χειρότερα και από το 2019 και από το 2020, όπως η ακίνητη περιουσία και η διασκέδαση.

 

Η εικόνα των ΜμΕ

 

Στους μεγάλους χαμένους του 1ου κύματος αναγκαστικού κλεισίματος ο κλάδος καυσίμων και λιπαντικών αυτοκινήτων, τα καταλύματα και η εστίαση. Στους κερδισμένους: καταστήματα ειδών διατροφής, κατασκευές και βιομηχανία.

-Σχετικά με την έναρξη δραστηριοτήτων νέων επιχειρήσεων, οι 3 στις 4 είναι ατομικές επιχειρήσεις, που σημαίνει μικροί τζίροι ή οιωνεί μισθωτή εργασία.

-Η πλειονότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων κατέγραψε σοβαρή μείωση του κύκλου εργασιών κατά την διάρκεια της πανδημίας

Συγκεκριμένα:

α' εξάμηνο 2020 : 8 στις 10 επιχειρήσεις (80,6%) , με μεσοσταθμική μείωση του κύκλου εργασιών να διαμορφώνεται στο 46,4%

β΄εξάμηνο 2020 : 7 στις 10 επιχειρήσεις (70,7%) , με μεσοσταθμική μείωση του κύκλου εργασιών 47,8%

α΄εξάμηνο 2021 : πάνω από 1 στις 2 επιχειρήσεις (55%), με μεσοσταθμική μείωση κύκλου εργασιών 41,4%

-Το 2020 σε σύγκριση με το 2019 συντελέστηκε πλήρης ανατροπή στη κερδοφορία των επιχειρήσεων

Σχεδόν διπλασιάστηκαν οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν ζημιές (47,8% το 2020 έναντι 27,6% το 2019).

Υποδιπλασιάστηκαν οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν κέρδη (27,3% το 2020 από 55,2% το 2019).

-Κατά την διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν σημαντικά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με σοβαρά προβλήματα ρευστότητας

Τα ποσοστά των επιχειρήσεων με μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα ήταν:

-14,8% τον Ιούνιο του 2020

-24,7% τον Φεβρουάριο του 2021

- 21,4% τον Ιούλιο του 2021

Τα μέτρα που ελήφθησαν για την στήριξη των επιχειρήσεων μετρίασαν τον αρνητικό αντίκτυπο της πανδημίας, ωστόσο δεν ήταν αρκετά για να αποκαταστήσουν τη ρευστότητα του συνόλου των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

-Κατά την διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμες οφειλές.

-Όπου εφαρμόστηκαν στοχευμένα μέτρα στήριξης οι οφειλές συγκρατήθηκαν.

-Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων.

-Τα μέτρα στήριξης απέτρεψαν τα μαζικά λουκέτα κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

-Όμως, καθώς η οικονομία επιστρέφει σε σχετικά ομαλές συνθήκες και τα μέτρα προστασίας αποσύρονται ο κίνδυνος εκδήλωσης εκτεταμένων λουκέτων παραμένει, ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που η κατάσταση τους επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την διάρκεια της πανδημίας.

 

Μήνυμα του προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργου Καββαθά

 

«Είναι πλέον ευκρινές ότι η πανδημία είχε δραματικές επιπτώσεις σε υγειονομικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, επηρεάζοντας αρνητικά την κοινωνικο-οικονομική δραστηριότητα διεθνώς, σε όρους δημόσιας υγείας, διαθέσιμου εισοδήματος, θέσεων εργασίας, επενδυτικής δραστηριότητας, επιχειρηματικής λειτουργίας και βιωσιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, οι μικρές επιχειρήσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις και αιφνίδιους περιορισμούς, λειτουργώντας σε ένα ιδιότυπο «καθεστώς απαγόρευσης λειτουργίας» (lockdown) καθώς και σε ένα περιβάλλον ραγδαίου περιορισμού της ζήτησης, σε συνδυασμό με μια συνθήκη διαταραχής των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων.

Παράλληλα, η πανδημία έχει επιφέρει, καθ’ όλη την διάρκειά της, ισχυρό πλήγμα σε μια σειρά από κλάδους και τομείς από την εστίαση και τον τουρισμό έως το εμπόριο, τις υπηρεσίες και την μεταποίηση».

 

Ειδικότερα τι λέει η έρευνα

 

Η πανδημία καθόρισε τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον το 2020, με την βίαιη αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας να οδηγεί σε μία πρωτόγνωρη ύφεση για τα μεταπολεμικά δεδομένα. Η ύφεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ακραίας φτώχειας

σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οι επεκτατικές οικονομικές πολιτικές οδήγησαν στην αύξηση του χρέους. Με την επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας το 2021 έκανε την εμφάνισή του έντονος ο πληθωρισμός, ο οποίος οφείλεται στις διαταραχές που προκάλεσε η πανδημία στις εφοδιαστικές αλυσίδες αλλά και στην μεγάλη αύξηση των τιμών στην ενέργεια. Ο φόβος για μελλοντικές πανδημίες και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δείχνουν ότι στο μέλλον η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει από αντίστοιχες κρίσεις προσφοράς.

Κατ΄ αντιστοιχία με τις παγκόσμιες εξελίξεις, το 2020 ήταν ένα έντονα υφεσιακό έτος για την ελληνική οικονομία, με το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές να μειώνεται κατά 9,6%, σημειώνοντας την δεύτερη μεγαλύτερη ύφεση στην ΕΕ μετά της Ισπανίας.

Η ύφεση στην ελληνική οικονομία κορυφώθηκε το 2ο τρίμηνο του 2020 και ενώ στις υπόλοιπες χώρες περιορίστηκε σημαντικά κατά το 3ο και 4ο τρίμηνο, στην Ελλάδα παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα.

Σε όρους παραγωγής, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία μειώθηκε κατά 8,4% δημιουργώντας σημαντική πίεση στα φορολογικά έσοδα, ενώ σε όρους δαπάνης μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στην κατανάλωση των νοικοκυριών με μείωση 6,4%. Οι επενδύσεις με οριακή μείωση 0,8% εξακολουθούν να είναι ο μεγάλος ασθενής, συνεχίζοντας την συστηματική αποεπένδυση που ξεκίνησε με την κρίση του 2008 και υπονομεύει τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Συνέπεια της αποεπένδυσης είναι η διαρκώς μειούμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία κλιμακώθηκε περαιτέρω λόγω της πανδημίας.

Μοναδικό θετικό στοιχείο αποτελεί η μερική αντιστάθμιση των απωλειών σε επενδύσεις από την αύξηση που σημειώνεται στη δραστηριότητα του κατασκευαστικού κλάδου από το 2017.

Παρά την συγκυρία της πανδημίας, η ανεργία ανήλθε στο 16,3% συνεχίζοντας την πορεία συστηματικής μείωσής της που ξεκίνησε το 2016.

Ως προς τον εξωτερικό τομέα της οικονομίας, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μετά από τέσσερα χρόνια ισοσκελισμού, σημείωσε σημαντική επιδείνωση κυρίως λόγω της μείωση των καθαρών εσόδων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, τα οποία παραδοσιακά μετρίαζαν τα ελλείμματα.

Τα αποθέματα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 15,7% μετά από μία πολύ σημαντική ανάκαμψη που είχε συντελεστεί κατά την περίοδο 2015-2019, με το μερίδιο της Ελλάδας ως δέκτη ΑΞΕ να μειώνεται τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εστιάζοντας στις επιπτώσεις στον χρηματοοικονομικό τομέα της οικονομίας παρατηρούμε ότι, αν και υπήρξε μία σημαντική πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα κατά την διάρκεια της πανδημίας, αυτή οφείλεται αποκλειστικά σχεδόν στο ότι τα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων πέρασαν μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Υπάρχει μία σημαντική πρόοδος στην αύξηση των πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια, ωστόσο αυτή υπολείπεται κατά πολύ των αναγκών ρευστότητας των επιχειρήσεων και των επιπέδων πιστώσεων προ της χρηματοοικονομικής κρίσης. Διαπιστώνουμε, επίσης, μία αλλαγή στην διάρθρωση των πιστώσεων σε σχέση με την περίοδο πριν την οικονομική κρίση, με τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις να αυξάνονται έναντι των δανείων προς τα νοικοκυριά.

Κατά την διάρκεια της πανδημίας παρατηρήθηκε μία αύξηση των βραχυπρόθεσμων καταθέσεων των νοικοκυριών, κάτι το οποίο φαίνεται να ακολουθεί τις τάσεις παγκόσμια. Αντίθετα, οι προθεσμιακές καταθέσεις μειώνονται συστηματικά ως αποτέλεσμα των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων που έχει καθιερώσει η ΕΚΤ τα τελευταία χρόνια ως μέτρο εξόδου από την κρίση. Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο αυτό των επιτοκίων οδηγεί σε ένα ουσιαστικά μηδενικό διαφορικό επιτόκιο μεταξύ βραχυπρόθεσμων και προθεσμιακών καταθέσεων αποθαρρύνοντας τους καταθέσεων από την μακροχρόνια αποταμίευση.

Κατά την διάρκεια του 2020, σημειώθηκε αποπληθωρισμός στην ελληνική οικονομία, ο οποίος κυμάνθηκε μεσοσταθμικά στο -1,2% κυρίως λόγω της πτώσης της ζήτησης στα καύσιμα, στα βιομηχανικά αγαθά και στον τουρισμό. Από το 2021, εμφανίστηκε πληθωρισμός ο οποίος πυροδοτείται από ένα συνονθύλευμα διεθνών συγκυριών. Κατά ένα μέρος, οφείλεται στην αποδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων που οδηγούν στην αδυναμία της προσφοράς να ανταποκριθεί άμεσα στην αύξηση της ζήτησης και σε συνδυασμό με την αύξηση των ρευστών καταθέσεων οδήγησε σε πληθωριστικές πιέσεις μετά την επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας. Στο βαθμό που τα αίτια αυτά είναι παροδικά, το φαινόμενο δεν εμπνέει μεγάλη ανησυχία μεσοπρόθεσμα. Από την άλλη μεριά, όμως, ο πληθωρισμός οφείλεται και στην αύξηση των τιμών ενέργειας διεθνώς, κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό για την Ελλάδα ενόψει της επικείμενης απολιγνιτοποίησής της.

Το 2020, υπήρξε δημοσιονομικός εκτροχιασμός της ελληνικής οικονομίας ως επακόλουθο των μέτρων στήριξης που εφαρμόστηκαν και των μειωμένων φορολογικών εσόδων, με το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνηση να φτάνει στο 9,73%, ένα από τα μεγαλύτερα ελλείμματα στην ΕΕ.

Επακόλουθο της αύξησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της μείωσης του ΑΕΠ ήταν η εκτόξευση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο 205,6% το 2020. Η Ελλάδα σήμερα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην ΕΕ και η τέταρτη πιο υπερχρεωμένη χώρα στον πλανήτη.

Σύμφωνα με την έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της ΕΕ, το ελληνικό χρέος θα αποκλιμακωθεί σταδιακά στο 169% του ΑΕΠ στα τέλη της δεκαετίας και κάτω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2047.

Όσον αφορά στις εξελίξεις και τις αλλαγές που σημειώθηκαν σε κλαδικό επίπεδο στην ελληνική οικονομία, στην διάρκεια της κρίσης της πανδημίας, ιδιαίτερης σημασίας είναι η διχοτόμηση που επήλθε μεταξύ εκείνων των επιχειρήσεων που έκλεισαν με κρατική εντολή, αρχής γενομένης τον Μάρτιο του 2020, και όσων δεν έκλεισαν καθόλου, επειδή οι συναλλαγές τους δεν προϋπέθεταν κοινωνική επαφή ή έστω εγγύτητα, π.χ. γεωργία, μεταποίηση, κατασκευές, κ.ά.

Μεταξύ των τομέων και των επιχειρήσεων που επιβλήθηκε αναγκαστικό κλείσιμο, τα βάρη δεν κατανεμήθηκαν ομοιόμορφα. Σε 188.985 επιχειρήσεις που έκλεισαν τον Νοέμβριο του 2020, ο τομέας με την υψηλότερη συμμετοχή αποδείχθηκε το χονδρικό και λιανικό εμπόριο.

Το πρώτο εξάμηνο του 2021, για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων παρουσίασε την εξής εικόνα: ήταν υψηλότερος μεν του κύκλου εργασιών του 1ου εξαμήνου του 2020, αλλά υποδεέστερος του κύκλου εργασιών του τελευταίου, προ-κορωνοϊού έτους, ήτοι του 2019.

Οι μεγάλοι χαμένοι του πρώτου, αυστηρού κύματος αναγκαστικού κλεισίματος το 2020, ήταν ο κλάδος καυσίμων και λιπαντικών αυτοκινήτων, που είδε τον κύκλο εργασιών του να μειώνεται πάνω από 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.

Ο ετήσιος κύκλος εργασιών του κλάδου των καταλυμάτων, βάσει διοικητικών πηγών, το 2020 σε σύγκριση με το 2019 μειώθηκε κατά περισσότερο από 66%. Η μείωση που καταγράφηκε στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου της εστίασης δεν ήταν τόσο σημαντική όσο ήταν η μείωση στον κλάδο των καταλυμάτων.

Εντελώς ανεπηρέαστη από το πάγωμα των οικονομικών δραστηριοτήτων αποδείχτηκε το 2020 η οικοδομική δραστηριότητα, που συνέχισε στην τροχιά που ξεκίνησε το 2017 να μεγεθύνεται, συμβάλλοντας έτσι στην συγκράτηση της ύφεσης.

Πέρα από κάθε πρόβλεψη κινήθηκε το 2021 ο γενικός δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία. Τον Ιούλιο του 2021, σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, παρουσίασε αύξηση κατά 25,2% έναντι μείωσης 16,1% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του 2020 με το 2019.

Το 2020 και 2021, η απασχόληση μειώθηκε σε σχέση με τις επιδόσεις του 2019, προς επιβεβαίωση μια ευρύτερης τάσης μετατροπής μεγάλων τμημάτων του εργατικού δυναμικού σε ευάλωτα και ευέλικτα τμήματα της μισθωτής εργασίας. Το 3ο τρίμηνο (για το οποίο υπάρχουν τα πιο πρόσφατα στοιχεία) έφτασε τα 3,97 εκ. άτομα. Ενώ η απασχόληση στον δευτερογενή και στον τριτογενή τομέα (και κατά συνέπεια στη συνολική απασχόληση) το 2ο τρίμηνο του 2021 υπερέβη το επίπεδο του 1ου τριμήνου του 2019, υποδηλώνοντας μια τάση αύξησης πάνω από τα επίπεδα του 2019, η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα το τελευταίο τρίμηνο για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ήταν υποδεέστερη του πρώτου τριμήνου. Φαίνεται, έτσι, ότι η αύξηση της πρωτογενούς παραγωγής και του αγροδιατροφικού τομέα δεν συμβαδίζει με την ανάκαμψη της απασχόλησης σε αυτόν τον τομέα.

Με βάση τα στοιχεία των τακτικών ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ο δείκτης οικονομικού κλίματος των ελληνικών ΜμΕ, μετά από τη συνεχή άνοδο που είχε σημειώσει από το 2016 έως το 2019, υποχώρησε σοβαρά το 2020 και πολύ περισσότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανάκαμψη που κατέγραψε το 1ο εξάμηνο του 2021, αν και σημαντική, δεν προσέγγισε τα προ πανδημίας επίπεδα, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το 2020, σχεδόν οι μισές ΜμΕ δήλωσαν ετήσιο τζίρο κάτω από 50.000 €. Επιπλέον, σχεδόν διπλασιάστηκαν οι ΜμΕ που το 2020 σε σύγκριση με το 2019 δήλωναν πως είχαν ζημιές, ενώ υποδιπλασιάστηκαν οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν κέρδη.

Σοβαρά προβλήματα ρευστότητας αντιμετώπισε ένα μεγάλος μέρος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων καθ’όλη τη διάρκεια της πανδημίας. Το ποσοστό των επιχειρήσεων με μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα εξελίχθηκε ως εξής: 14,8% τον Ιούνιο του 2021, 24,7% τον Φεβρουάριο του 2021 και 21,4% τον Ιούλιο του 2021.

Τα χρέη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ ένα σημαντικό μέρος αυτών ήταν ήδη υπερχρεωμένο και πριν την εκδήλωσή της. Τα μέτρα που ελήφθησαν συγκράτησαν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, ωστόσο, οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις αυξήθηκαν.

Ο πληθωρισμός φαίνεται ήδη να μετακυλίεται στους καταναλωτές, αφού σχεδόν 1 στις 4 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αύξησαν τις τιμές τους το 1ο εξάμηνο του 2021.

Επιπλέον, περισσότερες από 1 στις 5 επιχειρήσεις εκτιμούσαν ότι θα αυξήσουν τις τιμές τους και το 2ο εξάμηνο του 2021. Και τα δυο ποσοστά αποτελούν ρεκόρ για τις έρευνες κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού καθόρισε, αποκλειστικά σχεδόν, όλες τις πτυχές του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Η κρίση της πανδημίας είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη αναστολή μεγάλου μέρους της οικονομικής και της κοινωνικής δραστηριότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγώντας σε μία πρωτόγνωρη ύφεση, η οποία ξεπέρασε όλες τις υφέσεις της μεταπολεμικής περιόδου, τόσο των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 όσο και της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι η παγκόσμια ύφεση το 2020 ήταν 3,56% ενώ το 2009 ήταν 1,27%.

Η πανδημία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ακραίας φτώχειας παγκόσμια, η οποία έβαινε διαρκώς μειούμενη τις τελευταία δύο δεκαετίες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το δημοσιονομικό έλλειμμα των κυβερνήσεων παγκοσμίως έφτασε στο 14% το 2020, σημειώνοντας μία αύξηση της τάξης του 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ υπολογίζεται ότι η αύξησή του ήταν τριπλάσια από την αντίστοιχη αύξηση που προκάλεσε η αντίδραση των κυβερνήσεων στη χρηματοοικονομική κρίση του 2008. Οι ανεπτυγμένες χώρες ήταν αυτές που αντέδρασαν πιο έντονα, δεδομένου του μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου που είχαν στην διάθεσή τους, με το δημοσιονομικό τους έλλειμμα να αγγίζει συνολικά τα 17% (Makin & Layton, 2021).

Τα μέτρα νομισματικής πολιτικής, από την άλλη, περιλάμβαναν την αύξηση της προσφοράς χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, κυρίως μέσω της μείωσης των επιτοκίων σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (σε αρκετές περιπτώσεις κοντά στο 0 ή ακόμα και αρνητικά επιτόκια), ενώ παράλληλα αγόρασαν ομόλογα του ιδιωτικού τομέα, κάτι το οποίο έγινε εκτενώς από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Αγγλίας.

Το αποτέλεσμα της αύξησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ήταν μία αύξηση του παγκόσμιου δημόσιου χρέους το οποίο ήδη είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα κατά την περίοδο της χρηματοοικονομικής κρίσης.

Με βάση το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF, 2021α), το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έφτασε στο 97,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αυξημένο κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, ενώ μαζί με το ιδιωτικό χρέος, το σύνολο του χρέους άγγιξε το 353% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2ο εξάμηνο του 2021.

Η αύξηση του χρέους της Κίνας, το οποίο αυξήθηκε κατά 337% τη δεκαετία 2010-2020, συνεχίστηκε και το 2020 φτάνοντας τα 2,4 τρισ.$. Η Κίνα, σε μία προσπάθεια να πετύχει τη συνέχιση της ανάπτυξής της και να ξεπεράσει τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, είχε προχωρήσει σε εκτεταμένο εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό με ρυθμούς αύξησης μεγαλύτερους από το ΑΕΠ της. Η διαφαινόμενη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της Κίνας, της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον πλανήτη, θα επηρεαστεί περαιτέρω από μία ενδεχόμενη επαναφορά προστατευτικών πολιτικών από τη Δύση αλλά και την συστηματική πτώση του ρυθμού γεννήσεων στην Κίνα (The Economist, 2021). Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο χρέος της, πιθανότατα θα δημιουργήσει αναταραχές στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον τα επόμενα χρόνια.

Συνέπεια της αποδιοργάνωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων, των διασταλτικών οικονομικών πολιτικών αλλά και των αυξανόμενων τιμών των ενεργειακών πόρων ήταν ο πληθωρισμός.

Το αποτέλεσμα α) του έντονου αποπληθωρισμού κατά την διάρκεια του 2020, β) των επεκτατικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών, γ) της αύξησης των βραχυπρόθεσμων καταθέσεων, δ) της απότομης αύξησης της ζήτησης μετά την επανέναρξη των οικονομικών δραστηριοτήτων και ε) της συνεχιζόμενης αύξησης στις τιμές των ενεργειακών πόρων ήταν να εμφανιστεί πληθωρισμός, το 1ο εξάμηνο του 2021.

Μετά από τις αποπληθωριστικές τάσεις που παρατηρήθηκαν από τον Ιανουάριο ως τον Μάιο του 2020 εξαιτίας της κατάρρευσης της ζήτησης και των τιμών του πετρελαίου ειδικά στις ανεπτυγμένες χώρες, από το 1ο τρίμηνο του 2021 άρχισε να πλήττει την Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ ο πληθωρισμός, ο οποίος κορυφώθηκε το 2ο τρίμηνο στις ΗΠΑ στο 4,24% και αναμένεται να κορυφωθεί το 4ο τρίμηνο στην ευρωζώνη στο 2,27%. Ο ΟΟΣΑ αναμένει αποκλιμάκωση του πληθωρισμού από το 2022, ο οποίος θα διαμορφωθεί σε επίπεδο κάτω από το 3% για τις ΗΠΑ και για την Ευρωζώνη εντός του επιθυμητού επίπεδου κάτω από το 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (αλλά κοντά σε αυτό).

Όπως προαναφέρθηκε, ο πληθωρισμός είναι εν μέρει αποτέλεσμα της διατάραξης της ζήτησης και της προσφοράς λόγω της πανδημίας αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό οφείλεται και στην άνοδο των τιμών ενέργειας. Ο πληθωρισμός, λόγω των τιμών στην ενέργεια, αναμένεται να πλήξει την παγκόσμια οικονομία τα επόμενα χρόνια.

Ειδικά για την Ευρώπη, η οποία εξαρτάται ενεργειακά από εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία και τη Νορβηγία, το πρόβλημα θα είναι πιο έντονο. Μέσα στο 2021, οι τιμές αερίου στην Ευρώπη έχουν ήδη ανέβει κατά 600% και αναμένεται περαιτέρω άνοδος καθώς μπαίνουμε στον χειμώνα, ενώ σταδιακά η Ρωσία περιορίζει τις εξαγωγές της στην Ευρώπη. Επίσης, ο στόχος για εκπομπή μηδενικών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050 θα αποτελέσει βασικό παράγοντα ανατιμήσεων στην ενέργεια, καθώς η ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ δεν προχωρά αρκετά γρήγορα ώστε να καλύψει την ενεργειακή ζήτηση, ενώ παράλληλα η Διεθνής Οργάνωση Ενέργειας προβλέπει 9% ετήσια αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης φυσικού αερίου την περίοδο 2020-2024 (World Economic Forum, 2021).

Το ΑΕΠ, λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, μειώθηκε κατά 9,6% σε σχέση με το 2019, που αποτελεί την δεύτερη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ μετά την Ισπανία.

Το 2020 ήταν ένα έντονα υφεσιακό έτος για την ελληνική οικονομία. Η πανδημία είχε μία ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας, καθώς από περίπου 183,143 δισ. € το 2019 μειώθηκε στα 165,830 δισ. € το 2020 σημειώνοντας πτώση 9,59% μέσα σε ένα έτος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πτώση αυτή ήρθε μετά από μία μικρή πορεία ανάκαμψης που σημείωνε η οικονομία την περίοδο 2016-2019 μετά την κρίση χρέους (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, 2020). Η πανδημία διέκοψε βίαια την πορεία ασθενούς μεγέθυνσης, θέτοντας εκ νέου προκλήσεις σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (OECD, 2020α). To ΑΕΠ το 2020 έπεσε σε επίπεδο πολύ χαμηλότερο από αυτό του 2016, όπου είχε σημειωθεί η μεγαλύτερη πτώση κατά την περίοδο της κρίσης. Ουσιαστικά, το 2020 πέσαμε σε ένα επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας αντίστοιχο με αυτό του 2002. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της μείωσης αρκεί να αναφέρουμε ότι μόλις σε ένα έτος το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε αναλογικά περισσότερο από το 1/3 της αθροιστικής πτώσης (27,3%) της περιόδου 2009-2016, ενώ η ύφεση του 2020 ξεπέρασε την ύφεση κάθε έτους ξεχωριστά της περιόδου 2009-2016.

Θα χρησιμοποιήσουμε τα στοιχεία της Eurostat για να συγκρίνουμε την επίπτωση στο ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με τις χώρες της ΕΕ. Η πτώση του ΑΕΠ κατά 9,59% στην Ελλάδα το 2020 είναι πολύ μεγαλύτερη τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (-4,54%) όσο και της Ευρωζώνης (-4,96%). Η χώρα φαίνεται να σημειώνει την δεύτερη μεγαλύτερη πτώση στην ΕΕ πίσω από την Ισπανία (-9,89%).

Εξετάζοντας συγκριτικά την ύφεση σε επίπεδο τριμήνων, διαπιστώνουμε ότι η ύφεση της Ελλάδας από το 1ο τρίμηνο του 2020 (2,38%) ήταν σαφώς μικρότερη από άλλων χωρών της ΕΕ, όπως η Ιταλία (5,88%), η Γαλλία (3,51%) και η Ισπανία (2,87%), στις οποίες ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί εντονότερα. Η ύφεση στην ΕΕ κατά το 1ο τρίμηνο ήταν 0,76% και στην Ευρωζώνη 1,33% αντίστοιχα.

Η μεγάλη ύφεση εμφανίστηκε στην Ελλάδα το 2ο τρίμηνο του 2020, όπου σημειώθηκε μείωση του ΑΕΠ κατά 17,24% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, με την Ελλάδα να σημειώνει τη δεύτερη μεγαλύτερη ύφεση μετά την Ισπανία (20,54%). Η ύφεση στο σύνολο της ΕΕ το 2ο τρίμηνο ήταν 11,90% και στην Ευρωζώνη 12,45% αντίστοιχα.

Το 3ο τρίμηνο και το 4ο τρίμηνο του 2020 μπορούν να χαρακτηριστούν ως η περίοδος περιορισμού της ύφεσης στην ΕΕ με ύφεση 3% και 2,48% αντίστοιχα. Η ύφεση στην Ευρωζώνη κινήθηκε αντίστοιχα στο επίπεδο του 3,28% και 2,79%. Ο περιορισμός της ύφεσης συνδέεται με την άρση αρκετών μέτρων ως αποτέλεσμα της υποχώρησης της πανδημίας και του ανοίγματος του τουρισμού.

Αυτό που διαφοροποιεί την θέση της Ελλάδας σε αυτή την περίοδο είναι ότι δεν κατάφερε να περιορίσει την ύφεση στον ίδιο βαθμό με τις υπόλοιπες χώρες.

Συγκεκριμένα, ενώ στο σύνολό της η ΕΕ περιόρισε την ύφεση κατά περίπου 75% από το 3ο τρίμηνο, στην Ελλάδα περιορίστηκε μόνο κατά 37%. Η ύφεση στην Ελλάδα κινήθηκε στο 10,90% το 3ο τρίμηνο και στο 6,98% το 4ο τρίμηνο του 2020. Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα με μεγάλη συμμετοχή του τουρισμού στο ΑΕΠ, αντιλαμβάνεται κάποιος ότι η άρση των περιοριστικών μέτρων προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει ο κλάδος του τουρισμού δεν έφερε τον αναμενόμενο περιορισμό της ύφεσης.

Κατά την διάρκεια της πανδημίας του 2020, μειώθηκαν τόσο οι εισαγωγές όσο και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 14,57% και 28,07% αντίστοιχα σε σχέση με το 2019, ακολουθώντας τις παγκόσμιες τάσεις μείωσης των εμπορικών συναλλαγών λόγω της πανδημίας. Με βάση στοιχεία της Υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), το διεθνές εμπόριο συνολικά μειώθηκε κατά 7,4%.

Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδας από έλλειμα ύψους 3,040 δις. € το 2019 έφτασε σε έλλειμα 12,522 δισ. € το 2020, σημειώνοντας επιδείνωση κατά 312%, ποσοστό το οποίο αποτελεί την 3η μεγαλύτερη επιδείνωση στην ΕΕ μετά την Κροατία και την Κύπρο.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για το εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας, το οποίο από παραδοσιακά ελλειμματικό είχε ισοσκελιστεί μετά το 2015.

 

Xρέος της Γενικής Κυβέρνησης

 

Η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η μείωσης του ΑΕΠ οδήγησε στην εκτόξευση του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο 205,6% το 2020.

Επακόλουθο της αύξησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ήταν η αύξηση του δημόσιου χρέους. Το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης το 4o τρίμηνο του 2020 έφτασε στα 341.023 εκ. €, σημειώνοντας αύξηση 3,01% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019. Όμως η σημαντική μείωση του ΑΕΠ της χώρας οδήγησε στην αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στο 205,6%, που αποτελεί ρεκόρ για τα διαχρονικά επίπεδα του ελληνικού χρέους, ενώ η περαιτέρω αύξηση του χρέους στα 344.156 εκ. € το 1ο τρίμηνο του 2021 εκτόξευσε τον λόγο χρέος προς ΑΕΠ στο 209,3%.

Το τρέχον επίπεδο του χρέους καθιστά την Ελλάδα ως την πιο υπερχρεωμένη χώρα της ΕΕ και της Ευρωζώνης, που έχουν χρέος 92,9% και 100,5% αντίστοιχα, ενώ απέχει πολύ από το επίπεδο χρέους της δεύτερης πιο χρεωμένης χώρας, της Ιταλίας, της οποίας ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ανέρχεται στο 160%. Η Ελλάδα είναι επίσης η 4η πιο υπερχρεωμένη χώρα στον κόσμο μετά τη Βενεζουέλα (350%), την Ιαπωνία (266%) και το Σουδάν (259%).

Την ανησυχία για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους και της βιωσιμότητάς του εξαιτίας των αυξανόμενων πρωτογενών ελλειμμάτων κατά την περίοδο της πανδημίας εξέφρασε και η Τράπεζα της Ελλάδος μέσω της Έκθεσής της για τη Νομισματική Πολιτική, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2021 (Τράπεζα της Ελλάδος, 2021). Ωστόσο, η ΤτΕ προβλέπει πως υπό την προϋπόθεση ότι θα σταματήσει η δημοσιονομική επέκταση, η αναμενόμενη επαναφορά της οικονομίας στη μεγέθυνση θα μειώσει το λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε 189,5% του ΑΕΠ το 2022, 176,7% του ΑΕΠ το 2023 και 166,1% του ΑΕΠ το 2024.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία βρήκε τις ΜμΕ σε μια περίοδο όπου προσπαθούσαν ακόμα να ανακάμψουν από την προηγούμενη δεκαετή χρηματοπιστωτική κρίση. Καθώς η πανδημική κρίση προκάλεσε αρνητικές συνέπειες, τόσο στο σκέλος της προσφοράς όσο και στο σκέλος της ζήτησης επιβάρυνε περαιτέρω ένα σημαντικό μέρος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα εκείνων που για μεγάλα χρονικά διαστήματα ανέστειλαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη δραστηριότητά τους.

Οι πρόσφατες, μάλιστα, πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν νέες προκλήσεις. Ναρκοθετούν τις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και ως εκ τούτου, τη δυνατότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων να «επουλώσουν τις πληγές τους», εν απουσία μάλιστα πολιτικών προσανατολισμένων στις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Όπως προκύπτει από τα ευρήματα των ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, κατά την διάρκεια της πανδημίας αυξήθηκαν σημαντικά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που δεν είχαν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα, άρα και σοβαρά προβλήματα ρευστότητας.

Από τα επιμέρους στοιχεία των ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, δυσμενέστερη ήταν η κατάσταση, σχετικά με την ρευστότητα, των επιχειρήσεων που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή. Τον Ιούλιο του 2021, το 31,7% των επιχειρήσεων που είχε αναστείλει τη λειτουργία του με κρατική εντολή είχε μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα. Ένα, δηλαδή, μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων που είχαν περισσότερο ανάγκη την ενίσχυση της ρευστότητάς τους επαναλειτούργησε το καλοκαίρι του 2021 από δυσμενέστερη θέση σε σχέση με εκείνη που βρίσκονταν ένα χρόνο πριν. Είναι χαρακτηριστικό πως το 28,9% των επιχειρήσεων του κλάδου της εστίασης δεν είχε καθόλου ταμειακά διαθέσιμα κατά την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας το καλοκαίρι του 2021.

 

Οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας

 

Τα πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό εξάπλωσης του κορωνοϊού, ιδίως τα απαγορευτικά (lockdown), δημιούργησαν συνθήκες ανασφάλειας και έντονης αβεβαιότητας για το μέλλον.

Σε όλη την διάρκεια της πανδημικής κρίσης, ο δείκτης ανασφάλειας των ΜμΕ κινήθηκε σε υψηλά ποσοστά.

 

Κλεισίματα επιχειρήσεων κατά την διάρκεια της πανδημίας

 

Το 2020, οι συνολικές διαγραφές επιχειρήσεων ήταν 15.310 όταν το 2019 είχαν καταγραφεί 21.117. Επιπλέον, από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2021 οι διαγραφές ήταν 6.553.

Τέλος, σχεδόν 1 στις 4 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αύξησαν τις τιμές τους το 1ο εξάμηνο του 2021. Για πρώτη φορά σε εξαμηνιαία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ παρατηρήθηκε τόσο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων που αύξησε τις τιμές των αγαθών/υπηρεσιών του.

 

 

 

 

crossworldbanner

seanergybanerblue

antipollution2020

bureauveritas21

 

Ημερολόγιο

«  Δεκέμβριος 2021  »
ΔΤΤΠΠΣΚ
12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031

bannerorion19

hswbanner2022

 wartsila2021

 

dnvglfoto1

tsavlirisbanner21

Αναζήτηση